Τα Ζαγοροχώρια

46 χωριά στα βουνά της Τύμφης

Το Ζαγόρι είναι περιοχή στην οροσειρά της Πίνδου, στην Ηπειρο, στη βορειοδυτική Ελλάδα. Στην περιοχή υπάρχουν 46 οικισμοί τα αποκαλούμενα Ζαγοροχώρια, τα οποία είναι διάσπαρτα στους πρόποδες της Πίνδου.

Έχει έκταση περίπου 1,100 τετραγωνικά χιλιόμετρα και σχήμα ανεστραμμένου ισόπλευρου τριγώνου. Η νότια κορυφή του τριγώνου αγγίζει την πρωτεύουσα της περιφέρειας , τα Ιωάννινα , η νοτιοδυτική πλευρά σχηματίζεται από το όρος Μιτσικέλι (1,810 μ), ο ποταμός Αώος και το όρος Τύμφη αποτελούν τη βόρεια πλευρά και η νοτιοανατολική πλευρά ακολουθεί τον ποταμό Βάρδα στο Μαυροβούνι (2,100 μ) κοντά στο Μέτσοβο. Ο πληθυσμός της περιοχής είναι περίπου 3700, που δίνει πυκνότητα πληθυσμού 4 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, σε σύγκριση με το μέσο 73,8 συνολικά για την Ελλάδα.

Η λέξη Ζαγόρι προέρχεται από την Σλαβική πρόθεση Za που σημαίνει «πίσω» και το ουσιαστικό gora που σημαίνει «βουνό», το οποίο με την σειρά του είναι παραφθορά του ελληνικού όρος. Στην αρχαιότητα η περιοχή ονομάζονταν «Παροραία», και οι κάτοικοί της «Παροραίοι», δηλαδή αυτοί που ζουν πίσω από τα όρη.

Το Ζαγόρι είναι περιοχή μεγάλης φυσικής ομορφιάς, με εντυπωσιακή γεωλογία και δύο εθνικόυς δρυμούς, που ο ένας περιλαμβάνει τον ποταμό Αώο και το Φαράγγι του Βίκου και άλλος την περιοχή γύρω από τη Βάλια Κάλντα, ανατολικά της επιβλητικής χιονοσκέπαστης Τύμφης.


Ιστορία

Το έδαφος της περιοχής είναι απόλυτα ορεινό και εξαιρετικά δύσβατο, με τις απότομες χαράδρες, τα πυκνά δάση και τα ατελείωτα βουνά, κάτι που αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για πολλούς λαούς, φυλές και αυτοκρατορίες στο πέρασμα των αιώνων να εισέλθουν και να εγκατασταθούν στην περιοχή. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μάλλον πλεονέκτημα γιατί, χαρι σε αυτό, η ιστορία του Ζαγορίου γενικά δεν περιλαμβάνει λεηλασίες, κατακτήσεις, πολεμικές συρράξεις, εκτοπίσεις πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα αυτού πιστεύεται πως μεγάλο τμήμα του πληθυσμού διατήρησε πανάρχαια έθιμα και παραδόσεις. Πιστεύεται πως οι Σαρακατσάνοι, πολλοί από του οποίους κατοικούν στην περιοχή και χρησιμοποιούν αρκετές Ελληνικές λέξεις μιας Βορειοελληνικής διαλέκτου που δεν συναντάται οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα, είναι απόγονοι των αρχαίων κατοίκων του Ζαγορίου.


Αρχαία ιστορία

Η πρώτη μαρτυρία ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή χρονολογείται πριν 17.000 ως 10.000 χρόνια. Σημαντικά επιπαλαιολιθικά τεχνουργήματα έχουν ανασκαφεί από το Σπήλαιο Κλειδί στις όχθες του Βοϊδομάτη. Στην αρχαιότητα η περιοχή του Ζαγορίου κατοικείτο από τους Τυμφαίους και αποτέλεσε τμήμα του αρχαίου ελληνικού βασιλείου των Μολοσσών, που στην ύστερη κλασική εποχή επικράτησε σε όλη την Ήπειρο. Φημίζονταν για την εκτροφή πολεμικών σκύλων, που χρησιμοποιούσαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Μολοσσός, ο επώνυμος γενάρχης τους, λεγόταν ότι είχε γεννηθεί από την ένωση του Νεοπτόλεμου (γιού του Αχιλλέα) και της Ανδρομάχης (γυναίκας του Έκτορα της Τροίας). Ο Νεοπτόλεμος, ονομαζόμενος επίσης Πύρρος απο τα ξανθά μαλλιά του, ήταν ο πρώτος μιας σειράς Ηπειρωτών βασιλιάδων που κατέληξε στον Πύρρο των Ελληνιστικών χρόνων, που επιχείρησε αρκετές εκστρατείες κατά των Ρωμαίων στην Ιταλία. Η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μέγα Αλέξανδρου, καταγόταν από την πόλη «Μολοσσίδα», στην συμβολή των ποταμών Βοϊδομάτη, Αώου και Σαραντάπορου, στο βόρειο οριο του Ζαγορίου. Υπολείμματα κυκλώπειων τειχών στο Σκαμνέλι βεβαιώνουν ανθρώπινη κατοίκηση προ χιλιάδων ετών. Από τον 9ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχε ένας μικρός οικισμός Μολοσσών μεταξύ Μονοδενδρίου και Βίτσας, με πέτρινα σπίτια και δύο νεκροταφεία, που έχουν αποφέρει σημαντικά ευρήματα. Πάντως, σχεδόν καθ’ ολους τους ιστορικούς χρόνους ο πληθυσμός ήταν αραιός, ενώ η γη ήταν κατάλληλη κυρίως για κτηνοτροφία και καυσόξυλα για τις τοπικές ανάγκες.


Βυζαντινή περίοδος

Το πέρασμα των Σλάβων κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο πιστοποιείται από πολλά τοπωνύμια και την ίδια άλλωστε την ονομασία της περιοχής. Υπό τη Βυζαντινή αυτοκρατορία το Ζαγόρι προσείλκυε κατά καιρούς ομάδες στρατιωτών, που έχτιζαν χωριά και εγκαθίσταντο εκεί. Χρηματοδοτήθηκε η ίδρυση πολλών μοναστηριών, όπως η Μονή Βουτσάς κοντά στο χωριό Γρεβενίτι και η Μονή της Μεταμόρφωσης Κλειδωνιά, που ιδρύθηκαν τον 7ο αιώνα από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ τον Πωγωνάτο, και η Μονή Αγίου Ιωάννη Ρογκοβού, κοντά στο χωριό Τσεπέλοβο, που ιδρύθηκε το 1208 από την αδελφή του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού.

Aπό το 1204 ως το 1337 η περιοχή αποτέλεσε τμήμα του τοπικού Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 14ο αιώνα, όταν διάφορες Αλβανικές φυλές έκαναν επιδρομές στην Ηπειρο, το Ζαγόρι αποτέλεσε προμαχώνα του Ελληνισμού και ήταν πηγή στρατιωτών που υπηρετούσαν στη φρουρά των Ιωαννίνων. Ως αποτέλεσμα των εκστρατειών του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου το 1337 το Δεσποτάτο της Ηπείρου, και επομένως το Ζαγόρι μαζί με τα Ιωάννινα και τη γύρω περιοχή, πέρασε πάλι για λίγο στον έλεγχο του Βυζαντίου.

Η περιοχή περιήλθε στην εξουσία των Σέρβων το 1348 και το Δεσποτάτο της Ηπείρου ανασυγκροτήθηκε και ήταν υπό τη Λατινική κυριαρχία υπό τον Κάρολο Β΄ Τόκκο, όταν τα Ιωάννινα και το Ζαγόρι υποτάχθηκαν στους Τούρκους το 1430, την εποχή του Σουλτάνου Μουράτ Β΄.


Οθωμανική περίοδος

Το 1431, μετά τη συνθήκη με το Σινάν Πασά, δημιουργήθηκε το Κοινόν των Ζαγορισίων . Στην πραγματικότητα, από το 1430 που οι Τούρκοι κατέκτησαν την Ήπειρο, με την συνθήκη του Βοϊνίκου, εγκαθιδρύθηκε ένα ειδικό καθεστώς μεταξύ του «Κοινού του Ζαγορίου» και των Οθωμανικών αρχών, και αποδίδονταν κάποιος φόρος ως αντάλλαγμα για την μερική αυτονομία της περιοχής. Η είσοδος τουρκικών στρατευμάτων γίνονταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τα 14 χωριά του Ζαγορίου η ύπαρξη των οποίων χρονολογούνται από το 912 μ.Χ., (τα υπόλοιπα ιδρύθηκαν αργότερα), από τον 16ο αιώνα γνώρισαν σταδιακά εμπορική και οικονομική άνθιση, καθώς η γη και τα περιουσιακά τους στοιχεία δεν κατασχέθηκαν ποτέ από τις τουρκικές αρχές. Αυτή η κατάσταση ευνοούσε και τους Τούρκους, εφόσον το Ζαγόρι δεν ήταν εστία επαναστάσεων και αναταραχών. Οι Ζαγορίσιοι είχαν αναθέσει τις υποθέσεις τους σε ένα Συμβούλιο Γερόντων (Δημογεροντία), με επικεφαλής ένα πρόεδρο ή κυβερνήτη (Βεκύλης). Είχαν το δικαίωμα να διατηρούν μια ένοπλη δύναμη ασφαλείας (σπαχήδες). Τα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου, κατοικούμενα από Αρμάνους Βλάχους προσχώρησαν στη Συνθήκη το 1480. Κατά συνέπεια πολλά τοπωνύμια στο βόρειο και ανατολικό Ζαγόρι έχουν Βλάχικη ετυμολογία, ενώ μερικά τοπωνύμια με Σλαβική ετυμολογία απαντώνται στο δυτικό και νότιο Ζαγόρι. Παρόλαυτα το Ζαγόρι διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον Ελληνικό χαρακτήρα του μέσω του συστήματος αυτοδιοίκησης και των δωρεών των εκπατρισμένων, που ευνοούσαν την Ελληνική εκπαίδευση. Το Κοινόν των Ζαγορισίων αναδιοργανώθηκε με συνθήκη του 1670, σύμφωνα με την οποία το Ζαγόρι απολάμβανε σημαντικά προνόμια, ονομαζόμενα Σουρούτια, που καταργήθηκαν πλήρως από το Σουλτάνο μόνο το 1868.

Η λύση αυτή εξυπηρετούσε τους κατακτητές και ήταν επίσης σωτήρια για το Ζαγόρι, καθώς πρόσθετε θεσμικούς κανόνες στους γεωγραφικούς παράγοντες, που το καθιστούσαν φυσικό καταφύγιο. Το Ζαγόρι ποτέ δεν διαμελίστηκε για να μοιρασθεί σε Τούρκους γαιοκτήμονες. Απέκτησε μεγάλο πληθυσμό εμπόρων με δεσμούς με τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Κωνσταντινούπολη, που κατέληξε να γίνει η κυρίαρχη τάξη στην περιοχή και συνέβαλε στη σχετική ευημερία που απολάμβανε το Ζαγόρι στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

To 17o αιώνα συμπεριελήφθησαν στο Κοινόν των Ζαγορισίων και τα χωριά του Δυτικού Ζαγορίου, έτσι ώστε από το 1678 ο συνολικός αριθμός χωριών στο Ζαγόρι είχε αυξηθεί σε 60. Κατά το 18ο αιώνα το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού ανέβηκε κατακόρυφα, με την ίδρυση σχολείων και βιβλιοθηκών σε κάθε χωριό. Η ευημερία της περιοχής και η πνευματική άνθηση του τόπου συνεχίστηκε με την ίδρυση σχολείων τόσο αρρένων όσο και θηλέων, κατασκευάστηκαν μύλοι για να αλέθουν καλαμπόκι, περίτεχνα κατασκευασμένες βρύσες (κρήνες) και πετρόχτηστα γιοφύρια που είναι διάσπαρτα στην περιοχή. Η παραδοσιακή ιατρική άνθησε με τη μορφή των ” γιατρών το Βίκου”, που συγκέντρωναν βότανα για τα σκευάσματά τους από το Φαράγγι του Βίκου. Η αυξανόμενη ευημερία βοηθούμενη από προνόμια, που είχαν αποκτήσει Φαναριώτες καταγόμενοι από το Ζαγόρι, και δωρεές από ομογενείς, επέτρεψαν την ανέγερση αρκετών σχολείων, που μερικά επιβιώνουν ακόμη, όπως η Κοινή Σχολή Ελληνικών Μαθημάτων στο Μονοδένδρι από τους αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη (1835). Οι αδελφοί ίδρυσαν επίσης τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή στην Αθήνα (1844), ενόσω το ίδιο το ζαγόρι ήταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Οι αδελφοί Ιωάννης και Δημήτριος Αναγνωστόπουλος από το Δίλοφο ίδρυσαν την Αναγνωστοπούλειο στη γενέτειρά τους και συνέβαλαν στις δαπάνες για τη Ζωσιμαία Σχολή στα Ιωάννινα. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος από το Πάπιγκο έχτισε εκεί την Καλλίνειο Σχολή και στην Κόνιτσα την Αναγνωστοπούλειο Σχολή. Ως συνέπεια των πολλών αυτών σχολείων η Ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε στην περιοχή.

Καθώς τα βουνά ήταν εκτός του άμεσου ελέγχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσέφεραν καταφύγιο στους Έλληνες που διώκονταν από τις οθωμανικές αρχές. Αρκετοί εξέχοντες λόγιοι του Ελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Νεόφυτος Δούκας και ο Αθανάσιος Ψαλίδας βρήκαν εδώ καταφύγιο, όταν ο στρατός του Σουλτάνου κατέστρεψε τα Ιωάννινα το 1820. Μερικοί από αυτούς έκαναν ακόμη και σχέδια ίδρυσης πανεπιστημίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Ρογκοβού, κοντά στο Τσεπέλοβο. Το 1820, μετά την εξέγερση του Αλή Πασά, μια Τουρκική δύναμη 1500 ανδρών υπό τον Ισμαηλ Πασά έφτασε στο Ζαγόρι, τμήμα του συνολικού στρατού 20.000, που είχε σταλεί κατά του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος από το Καπέσοβο, μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήταν επικεφαλής της δύναμης που αντιστάθηκε στον Αλή Πασά, αλλά οι δυνάμεις του Σουλτάνου επικράτησαν. Ο Ισμαηλ Πασάς αφαίρεσε όλα σχεδόν τα προνόμια εκτός από το δικαίωμα να διορίζουν τοπικό διοικητή, του οποίου όμως οι εξουσίες ήταν μόνο κατ’ όνομα. Ο Ισμαηλ Πασάς επέβαλε πολύ βαρειά φορολογία, ανερχόμενη σε 250 ασημένια νομίσματα κατά κεφαλή και πρόσθετη φορολογία σε είδος. Αλβανοί και ντόπιοι ληστές άρχισαν πάλι ληστρικές επιδρομές. Το Ζαγόρι απελευθερώθηκε το 1913 κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.


Νεότερη περίοδος

Μετά την ένωση με την Ελλάδα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η μετανάστευση προς τα Ελληνικά αστικά κέντρα αποψίλωσε το Ζαγόρι. Το Ζαγόρι έφερε το κύριο βάρος της Ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα το 1940. Η περιοχή επηρεάσθηκε επίσης από τις συγκρούσεις μεταξύ των Γερμανών και των ανταρτών του Ναπολέοντα Ζέρβα κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την περίοδο εκείνη αρκετά χωριά του Ζαγορίου και η μονή Βουτσά, κάηκαν ως Γερμανικά αντίποινα. H περιοχή σχεδόν ερημώθηκε κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949. Από τη δεκαετία του 1980 κρατικές πρωτοβουλίες αποσκοπούσαν να διατηρήσουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα των χωριών και το φυσικό τοπίο.